Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

ΕΥΧΟΜΑΙ ΟΛΟΨΥΧΑ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ.ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΣΙΓΚΟΥΝΗ ΣΚΡΟΥΤΖ ΠΟΥ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΑΛΛΑΞΕ!!!!

Η ΑΓΑΠΗ,Η ΕΙΡΗΝΗ,Η ΧΑΡΑ Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ,Η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΕΙΝΑΙ ΑΞΙΕΣ ΠΟΥ ΤΡΕΦΟΥΝ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ...ΠΟΣΟΙ ΑΠΟ ΜΑΣ ΑΡΑΓΕ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΑΞΙΕΣ;;;
ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ ΟΠΟΥ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΧΕΙ ΧΑΣΕΙ ΠΟΛΛΑ.
ΕΛΠΙΖΩ ΚΑΙ ΕΥΧΟΜΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ν ΑΛΛΑΞΕΙ ΟΠΩΣ Ο ΣΚΡΟΥΤΖ.ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ!!!!!!

rudolph the red nosed reindeer with a candy cane
snowman dancing
ΚΑΛΗΝ ΕΣΠΕΡΑ ΑΡΧΟΝΤΕΣ
ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΙΣΜΟΣ ΣΑΣ
ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΗ ΘΕΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ
ΝΑ ΠΩ ΣΤ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ ΣΑΣ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΣΗΜΕΡΟΝ
ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΤΗ ΠΟΛΕΙ
ΟΙ ΟΥΡΑΝΟΙ ΑΓΑΛΛΟΝΤΑΙ
ΧΑΙΡΕΤΑΙ Η ΦΥΣΗ ΟΛΗ

ΕΝ ΤΩ ΣΠΗΛΑΙΩ ΤΗΚΤΕΤΑΙ
ΕΝ ΦΑΤΝΗ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ
Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ
ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΩΝ ΟΛΩΝ.

ornament with glitter 2 ornaments animated



76185-maison_noel14.gif


________________________________
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
_ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ!!



Παραμονή Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω απ το γραφείο του, ο Εμπενέζερ Σκρούτζ δούλευε ασταμάτητα. Το δωμάτιο ήταν μάλλον κρύο, γιατί τα λιγοστά κάρβουνα στη σόμπα δεν ζέσταιναν αρκετά. Όχι όχι έλειπαν του Σκρούτζ τα χρήματα για ν αγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Αλλά ο Εμπενέζερ Σκρούτζ ήταν ένας φοβερός τσιγκούνης! Στο διπλανό δωμάτιο, χωρίς θερμάστρα, εργαζόταν ο Μπόμπ Κράτσιτ, ο κλητήρας του, πού έτρεμε ολόκληρος από την παγωνιά. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε κι ένας χαμογελαστός άντρας μπήκε στο γραφείο.

«Θείε, Καλά Χριστούγεννα!».

«Κακά, ψυχρά κι ανάποδα…» γκρίνιαξε ο Σκρούτζ.

«Θείε μου, μή μουτρώνεις. Ήρθα να σε καλέσω για το μεσημέρι», είπε ο Φρέντ, ο ανιψιός του.

Αλλά ο Σκρούτζ αρνήθηκε την πρόσκληση. Ποτέ του δεν γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Τα θεωρούσε χάσιμο χρόνου. Όμως η απάντηση του Σκρούτζ δε χάλασε το κέφι του Φρέντ. Έφυγε χαμογελαστός, αφού προηγουμένως αντάλλαξε ευχές με τον Μπόμπ Κράτσιτ.

Λίγα λεπτά αργότερα χτύπησαν την πόρτα. Ο υπάλληλος έτρεξε ν ανοίξει. Παρουσιάστηκαν δυο κύριοι.

«Εδώ είναι η εταιρεία Σκρούτζ και Μάρλεϊ;» ρώτησε ο πρώτος.

«Ο συνέταιρός μου, ο Μάρλεϊ, πέθανε σαν απόψε πριν από εφτά χρόνια», του απάντησε ψυχρά ο Σκρούτζ.

«Τα συλλυπητήρια μου», είπε ο δεύτερος.

«Εμείς κάνουμε έρανο για τους φτωχούς. Αύριο, πού ξημερώνει μέρα χαράς, υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι πού υποφέρουν από το κρύο και την πείνα. Μπορούμε να έχουμε τη συνδρομή σας;».

Ο γέρο-σπαγκοραμμένος δεν είχε σκοπό να ξοδέψει ούτε μία πένα για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του και απάντησε αρνητικά στους δυο επισκέπτες.

Εκείνοι έφυγαν απογοητευμένοι, χωρίς να τον πιέσουν περισσότερο.

Νύχτωσε. Ήρθε η ώρα να κλείσει το γραφείο. Ο Σκρούτζ φόρεσε το παλτό και το καπέλο του και πήρε στο χέρι το μπαστούνι του. Με τη σειρά του, ο Μπόμπ Κράτσιτ ετοιμάστηκε κι αυτός να φύγει.

«Υποθέτω ότι δεν θέλεις να δουλέψεις αύριο», του είπε ο Σκρούτζ με δυσφορία. Ο Μπόμπ κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

«Α-α-αν δε σάς πειράζει, κύ-κύ-κύριε Σκρούτζ», τραύλιζε ο καημένος ο Μπόμπ.

«Δε μου αρέσει να σε πληρώνω όταν δεν εργάζεσαι», τον διέκοψε ο Σκρούτζ. «Πάντως, μεθαύριο θα πιάσεις από νωρίς δουλειά!».

Ο Μπόμπ τον ευχαρίστησε κι έτρεξε έξω να βρεί κάτι παιδάκια πού διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στον παγωμένο δρόμο.

Αδιαφορώντας για τη γιορταστική ατμόσφαιρα, ο Σκρούτζ έφαγε, όπως συνήθως, μόνος του σε μια γειτονική ταβέρνα.

Έπειτα, τράβηξε για το σπίτι του. Το κτίριο όπου έμενε βρισκόταν στην άκρη ενός στενού και σκοτεινού δρόμου. Το παλιό και φθαρμένο διαμέρισμα ανήκε κάποτε στο συνέταιρό του, τον Τζάκ Μάρλεϊ.

Ο Σκρούτζ έβγαλε το κλειδί για να ξεκλειδώσει την εξώπορτα. Το ρόπτρο, αν και μεγάλο, δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερα όμορφο πάνω του. Κι όμως, εκείνη τη βραδιά έμοιαζε λουσμένο σ ένα απόκοσμο φώς. Ο Σκρούτζ, πραξενεμένος, έσκυψε να εξετάσει καλύτερα… και τότε αντίκρισε το πρόσωπο του Μάρλεϊ να τον κοιτάζει!.. Την επόμενη στιγμή όμως ξανάγινε ένα κοινότατο ρόπτρο. Ταραγμένος ο Σκρούτζ μπήκε στο διαμέρισμα, μαντάλωσε την πόρτα πίσω του και προχώρησε στη σάλα.

Στη συνέχεια, έβγαλε το παλτό του, φόρεσε τις παντόφλες του και κάθησε μπροστά στο τζάκι. Πάνω στη σχάρα τρεμόσβηναν λίγες αδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, απ τη μεριά της αποθήκης άκουσε να σέρνονται βαριές αλυσίδες. Μέσα από την κλειστή πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιά καί, αιωρούμενη, ήρθε και στάθηκε στη μέση του δωματίου. Τούτη τη φορά δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Ήταν το φάντασμα του παλιού συνεταίρου του Σκρούτζ, πού είχε πεθάνει ακριβώς πριν εφτά χρόνια. Ο γέρος δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του.

«Ποιός είσαι;» ψιθύρισε.

«Ποιός ήμουν!» τον διόρθωσε το φάντασμα. «Ήμουν ο Τζάκ Μάρλεϊ, ο συνέταιρός σου. Δε με θυμάσαι;».

Το φάντασμα του Μάρλεϊ κάθησε στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Ο Σκρούτζ, πού κόντευε να λιποθυμήσει από το φόβο του, τον ρώτησε ικετευτικά: «Τζάκ, πές μου, τί θέλεις;».

«Βλέπεις αυτές τις αλυσίδες;» τον ρώτησε το φάντασμα. «Κάθε κρίκος τους αντιπροσωπεύει και μία άσχημη κουβέντα της ζωής μου. Όσο για τα βαριά χρηματοκιβώτια πού σέρνω; Είναι τα πλούτη πού συγκέντρωσα και δεν τα χρησιμοποίησα σωστά. Όλα αυτά θέλω να τα σκεφτείς σοβαρά και να δείς και τη δική σου ζωή αλλιώς, Σκρούτζ!». Το φάντασμα σώπασε για λίγο κι ύστερα συνέχισε:

«Ήρθα να σε προειδοποιήσω. Έχεις ακόμη μια ευκαιρία να γλιτώσεις από τη δική μου μοίρα, θα έρθουν τρία πνεύματα. Το πρώτο θα σε επισκεφθεί απόψε, στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Το δεύτερο αύριο, την ίδια ώρα. Και το τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει το ρολόι δώδεκα. Αυτή είναι η τελευταία σου ελπίδα!..».

Και με τα λόγια αυτά ο Μάρλεϊ ξαναέφυγε για να συναντήσει τα άλλα φαντάσματα πού περιπλανιούνται ασταμάτητα στις ομίχλες της αιωνιότητας. Εξαντλημένος ο Σκρούτζ, έπεσε χωρίς να γδυθεί στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε αμέσως.

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

Ήταν ακόμη σκοτάδι όταν ξύπνησε ο Σκρούτζ. Νόμισε πώς το ρολόι είχε σταματήσει, θυμόταν ότι έπεσε να κοιμηθεί μετά τις δυό. Το ρολόι χτύπησε μία ακριβώς.

Αμέσως, μια λάμψη δυνατή πλημμύρισε την κρεβατοκάμαρα. Ο Σκρούτζ ανασηκώθηκε και τότε είδε εμπρός του μια περίεργη οπτασία. Είχε το ανάστημα, το πρόσωπο, τα χέρια ενός μικρού παιδιού, αλλά τα μαλλιά της ήταν ολόλευκα όπως ενός γέρου. Από τον ώμο, πάνω από το λευκό, κοντό χιτώνιό της, κρεμόταν μια γιρλάντα λιόπρινο, σύμβολο του χειμώνα.

«Μή φοβάσαι», του είπε η οπτασία. «Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρελθόντος κι ήρθα να σε βοηθήσω».

Πήρε τον Σκρούτζ από το χέρι και τον οδήγησε στο παράθυρο.

Ο Σκρούτζ φοβήθηκε μήπως πέσει, αλλά το Πνεύμα τον ενθάρρυνε να πετάξει μαζί του πάνω από στέγες και αγρούς. Κι ήταν πρωί όταν έφτασαν σε μία μικρή επαρχιακή πόλη.

«Μά, εδώ πέρασα τα παιδικά μου χρόνια», μουρμούρισε κατάπληκτος ο Σκρούτζ.

«Έ, τότε, θα ξέρεις το δρόμο για να έρθεις εδώ», τον ρώτησε το Πνεύμα.

«θά μπορούσα να τον βρώ με κλειστά μάτια», απάντησε εκείνος.

«Κι όμως, δείχνεις σαν να έχεις ξεχάσει ακόμη και την ύπαρξη αυτού του τόπου», παρατήρησε αυστηρά το Πνεύμα.

Ύστερα βάδισαν πάνω στο χιονισμένο δρόμο συναντώντας φυσιογνωμίες γνωστές. Αγρότες με τις άμαξες, παιδιά με τ αλογάκια τους. Ο Σκρούτζ τους θυμόταν όλους. Τους φώναξε μάλιστα με τα ονόματά τους. Αλλά κανείς δεν του απάντησε!

«Είναι μόνο σκιές», του εξήγησε το Πνεύμα, «δέν μάς βλέπουν».

Ο Σκρούτζ χάρηκε πολύ πού ξαναείδε φίλους και γνωστούς από τα νιάτα του. Και τούτη η χαρά ήταν πρωτόγνωρη γι αυτόν. Σε λίγο, οι δυο ταξιδιώτες έφτασαν σ ένα χωριουδάκι. Μπήκαν σ ένα μεγάλο κτίριο χτισμένο από τούβλα. Στο εσωτερικό αντίκρισαν σειρές θρανία. Ήταν σχολείο με οικότροφους μαθητές, πού σπούδαζαν μακριά από τις οικογένειές τους.

Σε κάποιο θρανίο, ένα μοναχικό αγόρι, καθόταν και διάβαζε. Κατά τρόπο μαγικό, οι ήρωες του βιβλίου πρόβαλαν εμπρός στο παιδί – ο Αλή Μπαμπά με την ανατολίτικη φορεσιά του, ο Ροβινσών Κρούσος με τον παπαγάλο του στον ώμο, κι άλλοι πολλοί. Στην αρχή ο Σκρούτζ ενθουσιάστηκε βλέποντας τους ήρωες των σχολικών του χρόνων. Έπειτα, όμως, κατάλαβε. Το μοναχικό αγόρι, με μοναδική παρέα τα βιβλία, ήταν ο εαυτός του. Κάθησε, τότε, σ ένα θρανίο και έκλαψε πικρά.

«Πάμε τώρα να επισκεφτούμε κάποια άλλα Χριστούγεννα», του πρότεινε το Πνεύμα.

Καθώς μιλούσε, παρατήρησε ότι το παιδί μεγάλωσε κι έγινε έφηβος. Ο Σκρούτζ ήξερε πολύ καλά ότι ο νεαρός ήταν πάλι μόνος. Οι άλλοι μαθητές θα επέστρεφαν στα σπίτια τους για τις διακοπές.

Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε. Μια νέα και όμορφη κοπέλα μπήκε τρέχοντας στην αίθουσα. Ήρθε και τον αγκάλιασε.

«Αδελφούλη μου», του φώναξε. «Ήρθα να σε πάρω. Θα πάμε στο σπίτι να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα!».

«Στο σπίτι, Φάντ;» ρώτησε ο νεαρός Σκρούτζ.

«Ναί, ζήτησα από τον πατέρα να σ αφήσει να ξαναγυρίσεις για πάντα στο σπίτι. Συμφώνησε. Δε θα ξαναπάς εσωτερικός στο σχολείο!», του ξαναφώναξε χαρούμενη.

«Είναι πολύ γλυκιά με χρυσή, με χρυσή καρδιά», σχολίασε το Πνεύμα. «Νομίζω ότι πέθανε νέα, πάνω στη γέννα!».

«Ναί…» απάντησε σκεφτικός ο Σκρούτζ.

Βγήκαν από το σχολείο και περιπλανήθηκαν στους δρόμους. Οι βιτρίνες των καταστημάτων ήταν στολισμένες για τα Χριστούγεννα. Το Πνεύμα στάθηκε εμπρός σ ένα κατάστημα και ρώτησε τον Σκρούτζ αν το αναγνωρίζει. Εκείνος κούνησε το κεφάλι και είπε: «Εδώ πρωτοεργάστηκα σαν μαθητευόμενος!».

Μπήκαν μέσα. Ένας ηλικιωμένος κύριος καθόταν στο γραφείο.

«Αυτός είναι ο γερό-Φέζιβικ!.. Ο γερό-Φέζιβικ αναστημένος!..» φώναξε μ ενθουσιασμό ο Σκρούτζ.

Εκείνη τη στιγμή, ο νεαρός Σκρούτζ κι ένας άλλος μαθητευόμενος μπήκαν στην αίθουσα.

«Μαζέψτε τα όλα», τους είπε ο Φέζιβικ, «νά ετοιμάσουμε τη γιορτή!».

Οι μαθητευόμενοι δεν περίμεναν να το ακούσουν δεύτερη φορά. Πριν προλάβει ο γέρο-Σκρούτζ ν ανοιγοκλείσει τα μάτια, όλα ήταν καθαρά και τακτοποιημένα. Σε λίγο άρχισαν να καταφθάνουν οι καλεσμένοι. Η γιορτή είχε οργανωθεί για όλους τους υπαλλήλους του Φέζιβικ.

Σύντομα η μουσική και ο χορός άναψαν το κέφι για τα καλά. Προσφέρθηκαν γλυκίσματα και ποτά. Ήταν πιά αργά όταν ξεκίνησαν να φύγουν οι καλεσμένοι. Ο κύριος και η κυρία Φέζιβικ έσφιξαν τα χέρια όλων και τους ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα!». Έσφιξαν τα χέρια ακόμη και των νεαρών μαθητευομένων πριν πάνε στα κρεβάτια τους στο πίσω μέρος του καταστήματος. Ο γέρο-Σκρούτζ έδειχνε ξετρελαμένος καθώς παρακολουθούσε αυτή τη σκηνή. Ένιωθε τόση χαρά, λες και συμμετείχε πραγματικά στη γιορτή. Αργά τη νύχτα το Πνεύμα και ο Σκρούτζ άκουσαν τους μαθητευομένους να κουβεντιάζουν ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους. Παίνευαν το γέρο-Φέζιβικ και τον ευγνωμονούσαν για την ωραία γιορτή πού τους ετοίμασε.

«Και του κόστισε μόνο τρεις ή τέσσερις λίρες», σχολίασε κάπως ειρωνικά το Πνεύμα. «Έξοδο πού άξιζε τον κόπο!». «Το κόστος δεν ήταν υλικό», διαμαρτυρήθηκε ο Σκρούτζ. «Ανεξάρτητα από τα χρήματα, η γιορτή θα είχε επιτυχία γιατί ο Φέζιβικ ήταν καλός άνθρωπος και πάντοτε ακτινοβολούσε χαρά κι ευτυχία!».

Ξαφνικά ο Σκρούτζ έκοψε την κουβέντα του απότομα.

«Τί σου συμβαίνει;» τον ρώτησε το Πνεύμα. «Μήπως έγινε κάτι πού σε τάραξε;».

«Όχι, τίποτα… Νά, θα ήθελα μόνο να έχω πεί κάτι στον κλητήρα μου».

Η σκηνή άλλαξε. Τώρα ο Σκρούτζ ήταν πλέον ώριμος άντρας. Και μία νέα γυναίκα εγκατέλειπε το σπίτι. Έκλαιγε η καημένη, βουβά. Γύρισε και του είπε:

«Κάποτε ήμασταν φτωχοί αλλά ευτυχισμένοι. Τώρα σε κυβερνά το πάθος σου για το χρήμα!».

«Μά, μεταξύ μας, τίποτα δεν άλλαξε», διαμαρτυρήθηκε ο Σκρούτζ.

«Εγώ έμεινα η ίδια. Εσύ όμως άλλαξες. Δεν μπορώ να σε παντρευτώ. Σου εύχομαι κάθε ευτυχία στη σταδιοδρομία πού διάλεξες».

Και με τα λόγια αυτά η γυναίκα βγήκε στο δρόμο, ενώ ο άντρας δε δοκίμασε να τη σταματήσει.

«Πνεύμα», φώναξε ο γέρο-Σκρούτζ, «σταμάτα να με βασανίζεις, θέλω να γυρίσω στο σπίτι. Δεν αντέχω τις δυσάρεστες αναμνήσεις».

Μέσα σε μία στιγμή πέρασαν χρόνια. Και ξαναείδαν τη νέα γυναίκα. Τώρα γελούσε τρισευτυχισμένη με την κόρη της. Σε διαφορετικές περιστάσεις θα μπορούσε να είναι το παιδί του Σκρούτζ. Ο πατέρας μπήκε στο δωμάτιο. Η μικρή έτρεξε και τον φίλησε. Αγκαλιάστηκαν και οι τρεις εμπρός στο αναμμένο τζάκι.

«Δεν το αντέχω», μούγκρισε ο γερο-Σκρούτζ με φωνή σπασμένη. Και στράφηκε απελπισμένος προς το Πνεύμα, πού μέσα στην ολοφώτεινη ανταύγεια του έμοιαζε σαν να ειρωνεύεται την απελπισία του. Σε λίγο η οπτασία του Πνεύματος άρχισε ν απομακρύνεται και να σβήνει σιγά-σιγά, μέχρι πού εξαφανίστηκε τελείως. Ο Σκρούτζ ένιωσε αφάνταστα κουρασμένος. Τα μάτια του βάρυναν. Ξαναγύρισε στην κρεβατοκάμαρά του. Μόλις πού πρόλαβε να ξαπλώσει στο κρεβάτι κι έπεσε σε ύπνο βαθύ.

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ

Όταν ξύπνησε ο Σκρούτζ, το ρολόι χτυπούσε μία. Μια κατακόκκινη λάμψη ερχόταν απ τη σάλα. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ρόμπα του και πήγε να δεί τί συμβαίνει. Η σάλα είχε μεταμορφωθεί! Από το πάτωμα ως το ταβάνι ήταν στολισμένη με κισσό, λιόπρινο και ιξό. Στο τζάκι έκαιγε μία ζωηρή φωτιά και στη γωνιά υψωνόταν ένας τεράστιος σωρός από φαγητά-γαλοπούλες, χήνες, πατάτες, μήλα, καρύδια – ενώ πάνω στην κορυφή καθόταν χαμογελαστός ένας γίγαντας μ ένα δαυλό αναμμένο στο αριστερό του χέρι.

«Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρόντος», του φώναξε φιλικά. «Έλα!». Ο Σκρούτζ παρατήρησε το Πνεύμα. Ήταν ντυμένο μ ένα μακρύ λευκό χιτώνα. Και πάνω στα μακριά μαύρα του μαλλιά φορούσε ένα στεφάνι από λιόπρινο.

«Πήγαινε με όπου θέλεις», ξερόβηξε ο Σκρούτζ. «Πήρα ήδη μερικά μαθήματα απ το συνάδελφό σου. Είμαι έτοιμος να παρακολουθήσω και τα δικά σου».

«Τότε πιάσου από τον ποδόγυρο του χιτώνα μου», απάντησε ο γίγαντας.

Η χαρούμενη σάλα, η διακόσμηση, τα φαγητά, όλα εξαφανίστηκαν.

Βρέθηκαν έξω από το σπίτι του υπαλλήλου του, του Μπόμπ Κράτσιτ και κοίταξαν από το παράθυρο. Η κυρία Κράτσιτ και οι τρεις κόρες της φορούσαν παλιά φθαρμένα φορέματα, στολισμένα όμως με κορδέλες για τη γιορτή, και κάθονταν στο τραπέζι. Ξαφνικά, μπήκαν τρέχοντας δυο αγοράκια.

«Μυρίσαμε γαλοπούλα ψητή! Τί καλά! Μοσχοβολά από το δρόμο!» φώναξαν με ενθουσιασμό. Πίσω τους ερχόταν ο πατέρας τους. Στους ώμους του κουβαλούσε το μικρότερο γιό του, τον Τίμ. Τον απέθεσε προσεκτικά στο πάτωμα. Το παιδί ήταν άρρωστο και βάδιζε με δεκανίκι.

Κάθησαν όλοι στο γιορτινό τραπέζι. Η μικρή γαλοπούλα μοιράστηκε πολύ προσεκτικά ώστε να φτάσει για όλους. Πάντως η σκηνή ήταν χαρούμενη. Οι δυο γονείς πρόσεχαν ιδιαίτερα τον ανάπηρο Τίμ. Ένα χαμόγελο φώτισε το χλωμό του προσωπάκι.

«Πνεύμα», ρώτησε με ξαφνικό ενδιαφέρον ο Σκρούτζ, «ο μικρός Τίμ θά… ζήσει ακόμη για πολύ;».

«Χμμ… τον περιβάλλουν σκιές. Αν το μέλλον δεν τις μεταβάλει, το παιδάκι θα πεθάνει! Αλλά εσένα τί σε νοιάζει; Ένα στόμα λιγότερο σε τούτο τον πυκνοκατοικημένο κόσμο. Έτσι δεν είναι;».

Ο Σκρούτζ τότε θυμήθηκε ότι ο ίδιος είχε επαναλάβει πολλές φορές αυτή τη φράση. Και κατέβασε το κεφάλι ντροπιασμένος.

Ξαφνικά, χωρίς το Πνεύμα να προσθέσει άλλη λέξη, βρέθηκαν στο σπίτι του ανιψιού του. «Ο θείος Σκρούτζ μάς θεωρεί τρελούς πού γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Κι έτσι, αρνήθηκε να φάει μαζί μας σήμερα», είπε ο Φρέντ.

«Τί απαίσιος άνθρωπος», αναστέναξε η γυναίκα του υποτιμητικά και οι καλεσμένοι κούνησαν τα κεφάλια γιατί συμφώνησαν μαζί της. Αλλά ο Φρέντ πρόσθεσε πικραμένος: «Εγώ, πάντως, λυπάμαι ειλικρινά πού ο θείος έχασε μία ευκαιρία να χαρεί. Και τώρα, παρ όλο πού δε βρίσκεται μαζί μας, θα ήθελα να του εκφράσω τις καλύτερες ευχές μου». Κι αμέσως σήκωσε το ποτήρι και ήπιε στην υγειά του θείου του.

Γρήγορα όμως η χαρούμενη ομήγυρη ξέχασε τον Σκρούτζ. Έπαιξαν μουσική, χόρεψαν, διασκέδασαν με παντομίμα. Ο Σκρούτζ, πού τόσο του άρεσε αυτό το παιχνίδι, συμμετείχε όλο χαρά, ξεχνώντας ότι κανείς δεν μπορούσε να τον δεί ή να τον ακούσει. Το Πνεύμα τον παρακολουθούσε κι έμοιαζε να το γλεντάει μαζί του. Αλλά σύντομα ήρθε η ώρα να φύγουν. «Έχουμε να επισκεφτούμε πολλά μέρη ακόμη ώσπου να περάσει η νύχτα», είπε το Πνεύμα.

Και οδήγησε τον Σκρούτζ έξω από το σπίτι. Περπάτησαν μέσα στο κρύο και στο χιονόνερο, σε βρωμερά στενά και δρομάκια περίεργα, κι ακόμη κάτω από τις σκοτεινές γέφυρες της πόλης. Εκεί ο Σκρούτζ είδε δυστυχισμένους ανθρώπους πού, κολλημένοι σφιχτά ο ένας πάνω στον άλλον, προσπαθούσαν να ζεσταθούν. Ανάμεσα τους τριγύριζαν παιδάκια πού ζητιάνευαν φαγητό απ τους περαστικούς. Κάπου μακριά, ένα ρολόι σήμανε μεσάνυχτα.

Ο Σκρούτζ, τρομοκρατημένος απ την τόση αθλιότητα, αναζήτησε το γιγάντιο Πνεύμα. Αλλά εκείνο είχε εξαφανιστεί.

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Σε λίγο, ένα άλλο φάντασμα, τυλιγμένο στην ομίχλη, προχώρησε αργά προς τον Σκρούτζ. Παρατήρησε ότι το Πνεύμα αυτό φορούσε μία τεράστια μαύρη κάπα και μία κουκούλα πού του έκρυβε εντελώς το πρόσωπο. Ο Σκρούτζ παραλίγο να λιποθυμήσει από τον τρόμο του.

«θά πρέπει να είσαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος», ψιθύρισε. «Τί μου επιφυλάσσει το μέλλον; Ίσως ν αλλάξω… Είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω».

Παρά τα γενναία του λόγια, ο Σκρούτζ φοβόταν τόσο πολύ αυτό το φάντασμα, ώστε τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Το Πνεύμα παρέμεινε ακίνητο περιμένοντας υπομονετικά τον Σκρούτζ μέχρι να συνέλθει. Έπειτα κινήθηκε αθόρυβα. Και ο Σκρούτζ το ακολούθησε σαν να τον τύλιξε η κάπα του Πνεύματος, πού τον παρέσυρε στο άγνωστο.

Κοσμοσυρροή και οχλαγωγία στο χρηματιστήριο. Το Πνεύμα με τον Σκρούτζ ανάμεσα στους χρηματιστές και στους εμπόρους. «Πότε πέθανε;» ρώτησε κάποιος από το πλήθος. «Χθές βράδυ, νομίζω», απάντησε ένας άλλος. «Δεν πιστεύω να πάτησε κανείς στην κηδεία του», σχολίασε ένας τρίτος. «Επιτέλους ξεκουμπίστηκε… Τον σιχαίνονταν όλοι!».

Ο Σκρούτζ ένιωσε οίκτο γι αυτόν πού μιλούσαν. Αναρωτήθηκε για ποιό λόγο να τον έφερε το Πνεύμα σε τούτο το μέρος. Έπειτα αναγνώρισε κάποιον άλλο χρηματιστή στη συνηθισμένη του θέση. Μάταια όμως έψαξε να βρεί και τον εαυτό του.

«Ίσως», σκέφτηκε, «ο Σκρούτζ του μέλλοντος θα παρατήσει τις συναλλαγές και θα στραφεί προς άλλες δραστηριότητες…».

Γύρισε να ρωτήσει το Πνεύμα. Αλλά εκείνο εξακολουθούσε να σωπαίνει. Σήκωσε μόνο το χέρι και έδειξε με το μακρύ του δάχτυλο προς κάποια κατεύθυνση. Ήταν καιρός να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ο γέροντας ένιωσε να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά του κρύος ιδρώτας.

Έφτασαν σε μία κακόφημη γειτονιά της πόλης. Ο Σκρούτζ δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του εκεί. Στην άκρη ενός βρώμικου στενού βρισκόταν ένα άθλιο καταγώγιο-φωλιά λωποδυτών! Μέσα, τρεις κλέφτες, ένας άντρας και δυο γυναίκες, με τρύπια ρούχα, μοιράζονταν τη λεία τους. Οι πεταμένες πάνω στο πάτωμα κουρτίνες ήταν ίδιες μ εκείνες της κρεβατοκάμαρας του Σκρούτζ.

«Καλά πού κάναμε και τα αρπάξαμε», κακάρισε η μία γυναίκα. «Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν πρόκειται να ενδιαφερθεί για τα πράγματά του», πρόσθεσε ο άντρας.

«Α το γέρο-τσιγκούνη», έβρισε η άλλη γυναίκα. «Αν ήταν εντάξει άνθρωπος, κάποιος θα βρισκόταν δίπλα του την ώρα πού πέθαινε». Ο Σκρούτζ παρακολουθούσε αηδιασμένος την κουβέντα τους. «Πνεύμα», φώναξε. «Πάμε να φύγουμε, σε παρακαλώ, από αυτό το απαίσιο μέρος». Αλλά η σιωπή του Πνεύματος του πάγωσε το αίμα.

«Πνεύμα», κλαψούρισε ο Σκρούτζ, «βοήθησέ με να ξεχάσω τούτη τη θλιβερή σκηνή. Πήγαινέ με σ ένα μέρος όπου οι άνθρωποι μιλούν ευγενικά για τους νεκρούς…».

Το Πνεύμα τον οδήγησε τότε σε δρόμους γνωστούς, πίσω στο σπίτι του Μπόμπ Κράτσιτ. Η γυναίκα και τα παιδιά του ήσαν όλοι μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά. Όμως το φτωχικό δωμάτιο ήταν παράξενα σιωπηλό.

«Δε θα αργήσει ο πατέρας σας», είπε η κυρία Κράτσιτ. «Έχει καθυστερήσει μόνο λίγα λεπτά», είπε κάποιο από τα παιδιά. «Τούτες τις μέρες βαδίζει πιο αργά».

«Αχ!» αναστέναξε ένα άλλο. «Όταν κουβαλούσε τον Τίμ στους ώμους ερχόταν τρεχάτος για το σπίτι».

Εκείνη τη στιγμή ο Μπόμπ Κράτσιτ μπήκε στο σπίτι. Είχε τα μάτια κατακόκκινα σαν να είχε κλάψει. Χαιρέτησε όμως τρυφερά ένα-ένα τα παιδιά του. Έπειτα είπε: «Ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσουμε το μικρούλη μας τον Τίμ, έτσι; Η ανάμνηση του της υπομονής και της ευγενείας του θα μάς κρατήσει για πάντα ενωμένους!».

«Ναί! Ναί!» φώναξαν τα παιδιά. «Έ, τότε, με κάνετε να νιώθω ευτυχισμένος», απάντησε ο Μπόμπ «πολύ ευτυχισμένος!».

Αγκαλιάστηκαν όλοι. Και δάκρυα γέμισαν τα μάτια του Σκρούτζ.

«Πνεύμα», είπε ο Σκρούτζ, «σέ λίγο θα χωρίσουμε. Δε θα μου εξηγήσεις το νόημα όλων αυτών; θα ήθελα να δώ και τη δική μου πορεία στο μέλλον».

Ξαναβγήκαν στο δρόμο και προχωρώντας, βρέθηκαν έξω από το γραφείο του Σκρούτζ. Το Πνεύμα δεν είχε πρόθεση να σταματήσει. Το μακρύ του δάχτυλο έδειχνε εμπρός.

«Σε παρακαλώ, άφησε με μία στιγμή να δώ πώς θα είμαι στο μέλλον», ικέτευσε ο Σκρούτζ. Το Πνεύμα κοντοστάθηκε σιωπηλό. Ο Σκρούτζ κοίταξε από το παράθυρο. Αναγνώρισε το γραφείο του, αλλά η επίπλωση δεν ήταν πλέον η δική του και ο άνθρωπος πού καθόταν στην πολυθρόνα δεν ήταν ο Σκρούτζ! Το Πνεύμα, αμίλητο πάντα, προχώρησε. Ο Σκρούτζ ακολούθησε τα βήματά του. Μετά από λίγο έφτασαν σε μία καγκελόπορτα. Ο Σκρούτζ γούρλωσε τα μάτια. Ήταν το νεκροταφείο. Το Πνεύμα πήγε και στάθηκε εμπρός από έναν τάφο. Ο Σκρούτζ πλησίασε τρέμοντας. Πάνω στην ταφόπλακα διάβασε χαραγμένο το όνομά του: «ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ».

«Μά, τότε, στο χρηματιστήριο θα πρέπει να μιλούσαν για μένα», κλαψούρισε, «καί οι κλέφτες λήστεψαν, μόλις πέθανα, το δικό μου σπίτι!».

«Πνεύμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η ζωή μου. Μπορώ… θέλω να την αλλάξω. Τα μαθήματα των τριών πνευμάτων δεν θα πάνε χαμένα. Μπορείς να αλλάξεις το μέλλον μου;».

Πάνω στην αγωνία του ο Σκρούτζ αγκάλιασε το Πνεύμα από τη μέση. Αλλά η κάπα ήταν άδεια -τό Πνεύμα έγινε ατμός- και ο Σκρούτζ αγκάλιαζε στην πραγματικότητα το κάγκελο του κρεβατιού του! Ναί, του δικού του κρεβατιού! Βρισκόταν πάλι στην κρεβατοκάμαρά του. Ανακουφισμένος από την αγωνία, κλαίγοντας και γελώντας, έτρεξε να αγγίξει τις κουρτίνες. Ήταν εκεί, στη συνηθισμένη τους θέση. Βάλθηκε να χοροπηδά σ όλο το σπίτι γεμάτος ευτυχία. Όλα ήταν στη θέση τους! Τίποτα δεν είχε αλλάξει! Και τη μεγάλη του χαρά διέκοψαν μόνο οι καμπάνες των εκκλησιών, πού χτυπούσαν χαρούμενες σ όλη την πόλη.

ΤΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ

Ο Σκρούτζ έτρεξε κι άνοιξε το παράθυρο. Ο ήλιος έλαμπε. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλά το πρωινό ευχάριστο. «Τί ημέρα είναι σήμερα;», ρώτησε ένα αγόρι πού περνούσε απέξω. «Σήμερα έχουμε Χριστούγεννα!».

«Α τότε, δεν τα έχασα», φώναξε ο Σκρούτζ. «Τα πνεύματα έκαναν τη δουλειά τους μέσα σε μία μόνο νύχτα!».

«Αγόρι μου», ξαναείπε στο παιδί. «Τρέξε, σε παρακαλώ, στο χασάπη και πές του να μου φέρει τη μεγαλύτερη γαλοπούλα του. Θα σου χαρίσω ένα σελίνι, ίσως και τρία, αν επιστρέψεις μέσα σε πέντε λεπτά».

Το παιδί δε δίστασε στιγμή. Έτρεξε γρήγορα και ξαναγύρισε λαχανιασμένο, παρέα με τον κρεοπώλη, πού κουβαλούσε μία τεράστια γαλοπούλα.

«Θα τη στείλω στον Μπόμπ Κράτσιτ», κρυφογέλασε ο Σκρούτζ, «χωρίς να μάθει ποιός του τη δώρισε».

Το πουλί ήταν τόσο βαρύ, ώστε ο Σκρούτζ αναγκάστηκε να καλέσει ένα αμάξι για να το μεταφέρει ως το σπίτι του κλητήρα του. Ο Σκρούτζ, χαμογελώντας, πλήρωσε το αγοράκι, το χασάπη και τον αμαξά. Ένιωθε υπέροχα.

Ο Σκρούτζ έκανε το μπάνιο του, φόρεσε ένα καθαρό κοστούμι και βγήκε περίπατο. Βάδιζε με τα χέρια σταυρωμένα στη ράχη, παρατηρώντας τους περαστικούς. Όλοι ήταν χαρούμενοι. Μερικοί του ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα!». Ο Σκρούτζ ομολόγησε ότι ποτέ δεν είχε ακούσει πιο ευχάριστα λόγια. Στο δρόμο συνάντησε έναν από τους δυο κυρίους πού την προηγουμένη τον είχαν επισκεφθεί για να του ζητήσουν τη βοήθειά του για τους φτωχούς.

«Καλέ μου κύριε», του φώναξε «πώς είστε;».

Κι όταν ο άνθρωπος πλησίασε, ο Σκρούτζ του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Εκείνος τον κοίταξε κατάπληκτος. «Μιλάτε σοβαρά, κύριε Σκρούτζ;» φώναξε. «Μα είστε πολύ γενναιόδωρος!». «Μή με ευχαριστείτε», του απάντησε ο Σκρούτζ. «Κάντε μόνο τον κόπο να περάσετε μία από αυτές τις μέρες, όσο το δυνατόν πιο σύντομα, από το γραφείο μου. Θα είναι δική μου ευχαρίστηση!».

Στο τέλος, ο Σκρούτζ κατέληξε εμπρός στο σπίτι του ανιψιού του. Δίστασε για λίγο στο κεφαλόσκαλο. Αλλά μετά πήρε την απόφαση και χτύπησε το κουδούνι. Η υπηρέτρια του άνοιξε την πόρτα.

«Το αφεντικό σου είναι μέσα;» τη ρώτησε.

«Μάλιστα, κύριε. Περάστε. Κάθεται ήδη με τη σύζυγό του και τους καλεσμένους στο τραπέζι, θα σάς δείξω…».

«Δε χρειάζεται, καλή μου», της απάντησε ο Σκρούτζ. «Γνωρίζω πολύ καλά αυτό το σπιτάκι». Ανοιξε σιγανά την πόρτα της τραπεζαρίας και έχωσε το κεφάλι μέσα.

«Φρέντ», ρώτησε, «μπορώ να περάσω;».

«Ποιός είναι;» ρώτησε έκπληκτος ο ανιψιός του Σκρούτζ γυρνώντας το κεφάλι του.

«Ο θείος σου ο Σκρούτζ», του απάντησε. «Ήρθα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι πού με κάλεσες!».

Ο Φρέντ και η γυναίκα του χάρηκαν πολύ πού τελικά ο Σκρούτζ αποφάσισε να τους κάνει την τιμή. Και η γιορτή εξελίχτηκε θαυμάσια. Το γεύμα ήταν νοστιμότατο. Ακολούθησαν μουσική και χορός. Έπαιξαν διάφορα διασκεδαστικά παιχνίδια και φυσικά παντομίμα. Αλλά το καλύτερο απ όλα ήταν εκείνη η ξέφρενη χαρά πού ένιωθε μέσα του ο Σκρούτζ.

Την επομένη, ο Σκρούτζ πήγε πολύ νωρίς στο γραφείο. Ήθελε να κάνει έκπληξη στον κλητήρα του, πού ήξερε ότι θα αργούσε να φανεί στη δουλειά. Και πράγματι, ο Μπόμπ Κράτσιτ ήρθε λίγο πριν τις δέκα. Κάθησε αθόρυβα στη θέση του, με την ελπίδα ότι ο Σκρούτζ δε θα έπαιρνε είδηση την καθυστέρησή του.

«Ααα!» γκρίνιαξε τότε ο Σκρούτζ προσπαθώντας να μιμηθεί το γνωστό κακότροπο ύφος του. «Τί σημαίνει πάλι αυτό;».

«Συ-συ-συγγνώμη, κύριε», τραύλισε ο Μπόμπ Κράτσιτ, «δέν πρόκειται να ξαναργήσω».

«Και πώς μπορείς να δίνεις τέτοιες υποσχέσεις;» του είπε μουτρωμένος ο Σκρούτζ. Ο Μπόμπ άρχισε να τρέμει. Φοβήθηκε την απόλυση.

«Πάντως, για τούτη τη φορά…» συνέχισε ο Σκρούτζ «νομίζω ότι πρέπει να σου αυξήσω το μισθό σου!».

Κατάπληκτος ο Μπόμπ σκέφτηκε να τρέξει για βοήθεια. Νόμισε ότι ο εργοδότης του τρελάθηκε!

«Καλά Χριστούγεννα, αγόρι μου», του είπε τότε ήρεμος και χαμογελαστός ο Σκρούτζ, με τρόπο τόσο ειλικρινή, ώστε τελικά τον έπεισε ότι τα είχε τετρακόσια. «Και όχι μόνο θα σου κάνω αύξηση, αλλά θα βοηθήσω και την οικογένειά σου. Πήγαινε, όμως, πρώτα σε παρακαλώ, να αγοράσεις κι άλλα κάρβουνα, θα ζεσταθούμε καλά κι έπειτα καθισμένοι δίπλα στη φωτιά θα συζητήσουμε όλες τις λεπτομέρειες.

Ο Σκρούτζ κράτησε το λόγο του. Και σύντομα ο μικρός Τίμ ξεπέρασε την αρρώστια, απέκτησε δυνάμεις κι έγινε ένα γελαστό και όμορφο αγόρι, πού ο Σκρούτζ το φρόντισε σαν να ήταν δικό του παιδί. Ο πρώην τσιγκούνης έγινε πολύ γενναιόδωρος κι ήταν πάντα ευγενικός με όλους. Μερικοί βέβαια τον κορόιδεψαν για τη μεταβολή του χαρακτήρα του. Αλλά ο Σκρούτζ δεν ενοχλήθηκε γιατί, όπως είπε πολύ σοφά: «Καλύτερα να σε περιγελούν παρά να σε περιφρονούν!».

Ο Σκρούτζ δεν ξαναείδε τα πνεύματα. Αλλά από εκείνη την ημέρα, όπως λένε, δεν υπήρχε άνθρωπος πού να γιορτάζει καλύτερα τα Χριστούγεννα από τον Εμπενέζερ Σκρούτζ.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

ΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΑΠΟ ΑΥΡΙΟ ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΑΣ ΜΑΘΟΥΜΕ ΤΑ ΕΦΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΣ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ-ΤΑ ΕΝΤΕΚΑ ΛΕΠΤΑ!!!!!!


ΤΑ ΕΦΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ!!!!
______________________________
1.ΠΛΟΥΤΟ ΧΩΡΙΣ ΜΟΧΘΟ
2.ΓΝΩΣΗ ΧΩΡΙΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ
3.ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΑΡΧΕΣ
4.ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ
5.ΕΜΠΟΡΙΟ ΧΩΡΙΣ ΗΘΟΣ
6.ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΧΩΡΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΑ
7.ΑΓΑΠΗ ΧΩΡΙΣ ΘΥΣΙΑ

Μαχάτμα Γκάντι
________________

ΕΝΤΕΚΑ ΛΕΠΤΑ!!!!ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΠΑΟΥΛΟ ΚΟΕΛΟ







Μια φορά και εναν καιρό ηταν ένα πουλί στολισμένο με 2 υπέροχες φτερουγες και ομορφα χρώματα.Ηταν δηλαδή ένα ζώο για να πετάει ελεύθερο και να αιωρείται στον ουρανό,δίνοντας χαρά σε όποιον το παρατηρούσε.Μια μέρα μία γυναίκα είδε το πουλί και το ερωτεύτηκε.
Εμεινε να κοιτάζει το πέταγμά του με το στόμα ανοιχτό απο τη σαστιμάρα,με την καρδιά της να γοργοχτυπάει και τα μάτια της να λάμπουν απο συγκίνηση.

Το πουλί την κάλεσε να πετάξει μαζί του και ταξίδεψαν στον ουρανό μέσα σε απόλυτη αρμονία.Η γυναίκα θαύμαζε,υμνούσε και λάτρευε το πουλί.Αλλά τότε σκέφτηκε΄..μπορεί να θέλει να γνωρίσει μακρινά βουνά.Η γυναίκα αμέσως αισθάνθηκε φόβο.Φόβο και φθόνο για την ικανότηα του πουλιού να πετάει.Αισθάνθηκε μοναξιά και σκέφτηκε να στήσει μία παγίδα ώστε το πουλί να μην ξαναφύγει.
Την επόμενη μέρα που επέστρεψε ήταν και το πουλί ερωτευμένο, έπεσε στην παγίδα και κλείστηκε στο κλουβί.
Από τότε κάθε μέρα η γυναίκα κοίταζε συνέχεια το πουλί.Ήταν το αντικείμενο του πάθους της και το έδειχνε στις φίλες της που σχολίαζαν.<Μα εσύ τα έχεις όλα>
Αρχισε όμως να γίνεται μια παράξενη μεταμόρφωση.Αφού είχε δικό της το πουλί και δε χρειαζόταν να το κατακτήσει,έχανε το ενδιαφέρον της.
Το πουλί χωρίς να μπορεί να πετάξει και να εκφράζει το νόημα της ζωής του,άρχισε να μαραζώνει,να χάνει τη λάμψη του,να ασχημαίνει και έτσι η γυναίκα δεν έδινε πλέον την προσοχή της.Μόνο το ταιζε και φρόντιζε το κλουβί του.
Μια ωραία μέρα το πουλί πέθανε.Η γυναίκα λυπήθηκε πολύ και το σκεφτόταν συνέχεια.Αλλά δε θυμόταν το κλουβί,θυμόταν τη μέρα που το είδε να πετάει ελεύθερο στον ουρανό,ευχαριστημένο μέσα στα σύννεφα.
Αν παρατηρούσε τον εαυτό της ,θα ανακάλυπτε ότι αυτό που τη συγκινούσε περισσότερο στο πουλί,ηταν η ελευθερία του ,η ενέργεια που εξέπεμπαν οι φτερούγες του,όχι το ίδιο του το σώμα.Χωρίς το πουλί και η δική της ζωή έχασε το νόημα της και ο θάνατος ήρθε και χτύπησε την πόρτα της.
< Γιατί ήρθες;;> τον ρώτησε.
Για να μπορέσεις να ξαναπετάξεις μαζί του στα ουράνια αποκρίθηκε ο θάνατος.
Αν το είχες αφήσει να φύγει και πάντα να επιστρέφει ,θα το αγαπούσες και θα το θαύμαζες περισσότερο.
Τώρα όμως χρειάζεσαι εμένα για να μπορέσεις να το ξαναδείς εκεί που είναι!!

______________________________________
ΩΡΑ ΓΕΛΙΟΥ:))


Ήταν ένα οικόπεδο και ήθελαν να χτίσουν μια πολυκατοικία. Στο κέντρο του όμως υπήρχε ένας μεγάλος πλάτανος που δεν έβγαινε με τίποτα, μα φέρναν εξκαφείς μα φέρναν μπουλντόζες, είχε ριζώσει και δεν έβγαινε με τίποτα. Εκεί που είχαν απελπιστεί περνάει ένας μαθηματικός. Τους βλέπει όλους κατσούφιδες και ρωτάει τί γίνεται.
-Να εδώ δεν μπορούμε να ξεριζώσουμε τον πλάτανο και έχουμε απελπιστεί.
-Μα είναι πολύ απλό, υψώστε τη ρίζα στο τετράγωνο.
______________________________________
Ήταν 2 φίλοι και ο ένας κράταγε μια εφημερίδα και λέει. Άσε... το διάβασες πνίγηκαν 1000 πόντιοι σε ένα ταξίδι με το πλοίο.Τά θύματα ήταν 2.000.
Και λέει ο άλλος καλά εσύ δε μου είπες ότι το δυστήχημα είχε 1000 νεκρούς? Τώρα γιατί λες 2.000?
Και απαντάει: Οι άλλοι 1.000 πέθαναν στην αναπαράσταση.
______________________________________
Μπαίνει ένας τυπάς σε ένα μπαρ-εστιατόριο και ζητάει μία μπύρα.
Μπάρμαν: Ορίστε η μπύρα σας κύριε
Τυπάς: Πόσο έχει;
Μπάρμαν: 0.01 ευρώ!
Τυπάς: ΤΙ ΛΕΣ ΡΕ ΦΙΛΕ; Τόσο φθηνά; Μπράβο το κατάστημα...Από φαγητό τί έχετε;
Μπάρμαν: Έχουμε πλήρες μενού με μπριζόλα, πατάτες και σαλάτα στα 0.03 ευρώ.
Τυπάς: Καλα ρε, εσείς είστε καταπληκτικοί! Που είναι ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού; Θέλω να τον συγχαρώ!
Μπάρμαν: Στον επάνω όροφο ****** την γυναίκα μου...
Τυπάς: ΤΙ;; Και τι κάνεις εσύ για αυτό;
Μπάρμαν: Του ***** την επιχείρησή...
_______________________________________
Μια κύρια επισκέπτεται τον γιατρό της καθώς ενδιαφέρεται να κάνει λίφτινγκ στο πρόσωπο " Λοιπόν ," λέει ο γιατρός , " μπορώ να σας κανό το λίφτινγκ , αλλά θα πρέπει να με επισκεφτείτε πάλι σε έξι μήνες για παρακολούθηση . "
"Α , όχι ." απαντάει η κύρια . " Θέλω να κάνω την επέμβαση μια και έξω . Δεν θέλω να ξαναέρθω . "
Ο γιατρός το σκέφτεται για λίγο , και της προτείνει : " Υπάρχει μια νέα μέθοδος , σύμφωνα με την οποία τοποθετείτε μια βίδα στο κεφάλι σας . Έτσι , όποτε εμφανίζονται ρυτίδες , απλός γυρίζετε λίγο την βίδα , η οποία τραβάει πάλι την επιδερμίδα και οι ρυτίδες εξαφανίζονται . :
" Αυτό είναι ! " απαντάει η κύρια . " Ας το κάνουμε έτσι . "
Μετά από έξι μήνες η κύρια ξαναπηγαίνει στο γιατρό . " Πως πάει η μέθοδος ; "
ρωτάει ο γιατρός .
" Χαλιά ! " απαντάει η κύρια . " Ήταν η χειρότερη επιλογή που έκανα ποτέ . "
" Ποιο είναι το πρόβλημα ; " ρωτάει ο γιατρός .
" Μα κοίταξε τις σακουλές κάτω από τα μάτια μου ! " Ούρλιαξε η κύρια .
" Κύρια μου " απαντάει ο γιατρός , " αυτά δεν είναι σακουλές , είναι τα στήθη σας . Και αν δεν αφήσετε ήσυχη την βίδα , θα αποκτήσετε και μούσι ! "
____________________________________

ΕΔΩ ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ http://www.nerokota.com/2011/12/blog-post_10.html#more
www.nerokota.com

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

ΑΣ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΑΧΝΗ!!!



Την εποχή που οι θεοί βασίλευαν γαλήνιοι και παντοδύναμοι στα συννεφένια κάστρα του Ολύμπου, σε μια μικρή πολιτεία της Λυδίας, τα Ύπαιπα, ζούσε η Αράχνη, κόρη του βαφέα Ίδμονα από την Κολοφώνα, υφάντρα ξακουστή σε όλον τον κόσμο για τα υφαντά που έφτιαχνε στον αργαλειό της αλλά και για την απαράμιλλη ομορφιά της.
Ήταν τέτοια η τέχνη της Αράχνης στην υφαντική, που ο κόσμος πίστευε ότι την είχε διδαχθεί από την ίδια τη θεά Αθηνά, που ήταν και προστάτιδα τούτης της τέχνης και ακόμα και οι Νύμφες πήγαιναν για να θαυμάσουν τα έργα της.
Αυτό όμως, δεν άρεσε στην Αράχνη, που δεν σταματούσε όχι μόνο να διατυμπανίζει ότι την τέχνη την είχε μάθει μόνη της, αλλά και να καυχάται ότι τα δικά της υφαντά ήταν ασυγκρίτως καλύτερα από εκείνα της θεάς. Και σε μια στιγμή έπαρσής της, τόλμησε να καλέσει την ίδια την Αθηνά σε αγώνα υφαντικής.
Η Αθηνά μεταμορφώθηκε σε γριά και συμβούλεψε την κοπέλα ότι ήταν ασέβεια να προσπαθεί κάποιος να αναμετρηθεί με τους θεούς. Όμως η Αράχνη δεν άκουσε τις συμβουλές της και συνέχισε να προκαλεί τη θεά.
Αυτή η πρόκληση δεν μπορούσε, βέβαια, ν' αφήσει αδιάφορη την κόρη του Δία, πολύ περισσότερο αφού προερχόταν από μια θνητή. Κατέβηκε, λοιπόν, η Αθηνά στη γη και παρουσιάστηκε στην Αράχνη σε όλο της το θεϊκό μεγαλέιο.
Και ο αγώνας άρχισε: ύφαινε και κεντούσε η Αθηνά την Ακρόπολη και τον αγώνα της με τον Ποσειδώνα, που θα έκρινε ποιος απ' τους δύο θα κέρδιζε την Αθήνα, την όμορφη και πλούσια αυτή πόλη της Αττικής. Κι ακόμη, κεντούσε την ιστορία του βασιλιά της Θράκης Αίμου που μαζί με τη γυναίκα του Ροδόπη περηφανεύτηκαν πως είχαν τη δύναμη του Δία και της Ήρας και γι' αυτή τους την ασέβεια ο βασιλιάς του Ολύμπου τους μεταμόρφωσε σε βουνά.
Ύφαινε και κεντούσε η Αθηνά τα όμορφα παραμύθια των θεών και των ανθρώπων, ύφαινε και κεντούσε κι η Αράχνη διάφορες ιστορίες των θεών και έδειχνε σ' αυτές τις πολλές μεταμορφώσεις του Δία, που άλλοτε γινόταν ταύρος, άλλοτε κύκνος, άλλοτε χρυσή βροχή για να παραστήσει τους έρωτές τους με θνητές και τους τρόπους που προσπαθούσαν να επιτύχουν το σκοπό τους...
Κι όταν τελείωσε ο αγώνας και η Αθηνά πήρε στα χέρια της το κέντημα της Αράχνης, άδικα προσπάθησε να βρει κάποιο ψεγάδι. Ήταν πραγματικά το καλύτερο που είχε δει ποτέ της και ασφαλώς καλύτερο από το υφαντό που είχε φτιάξει η ίδια.
Όμως, παρόλο που σε τούτον τον πρωτότυπο αγώνα είχε νικήσει η Αράχνη, η Αθηνά δεν ήταν δυνατό ν' αφήσει ατιμώρητη την ασέβεια και την αλαζονεία της. Γι' αυτό την άγγιξε στο μέτωπο με τη χρυσή σαΐτα της κι εκείνη, τρελλή απ' το κακό της, τύλιξε στο λαιμό της όση κλωστή είχε περισσέψει στο αδράχτι της και μ' αυτήν κρεμάστηκε από το ταβάνι του σπιτιού της.
Τη λυπήθηκε τότε η θεά και την άφησε να ζήσει, καταδικασμένη, όμως, να κρέμεται πάντα από τα ταβάνια και τους τοίχους των σπιτιών κι έτσι κρεμασμένη να υφαίνει τον ιστό της.
Κι από τότε η Αράχνη έπαψε να είναι όμορφη κοπέλα κι έγινε ένα μικρό κι άσχημο έντομο που κρέμεται άλλοτε στο ταβάνι, άλλοτε στις γωνίες των τοίχων κι άλλοτε ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων. Απλώνει εκεί τις κλωστές της και υφαίνει αδιάκοπα, γιατί, παρόλο που μεταμορφώθηκε σε έντομο, δεν μπόρεσε να ξεχάσει την παλιά της τέχνη..

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

ΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ!!!!


ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΑΜΕ ΤΟ ΠΡΩΙ ΕΧΟΥΜΕ ΔΥΟ ΕΠΙΛΟΓΕΣ!!!
ΝΑ ΞΑΝΑΚΟΙΜΗΘΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΤΟΥΜΕ Η
ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΚΥΝΗΓΗΣΟΥΜΕ ΑΥΤΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ!!!!!!!!!




Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΟΧΤΟΥΡΑΣ!!!!


Ηταν καποτε μια πανεμορφη κοπελα νοικοκυρα και πολυ καλη μαγειρισσα.Ολα τα παλικάρια την ήθελαν για γυναίκα τους και ολες οι πεθερές για νύφη τους.
Εκεινη όμως αγάπησε ενα παλικάρι όμορφο, που η μανα του δεν την ήθελε γιατί τη ζήλευε.
Το παλικάρι δεν άκουσε τη μάνα του και την παντρεύτηκε.Η μανα του ομως προσπαθούσε με χιλια δυο να τους στενοχωρεί και να τους δημιουργεί προβληματα.Μείωνε συνέχεια την κοπέλα και την έβαζε να κάνει ενα σωρό δουλειές κάθε μέρα.Την έστελνε για θελήματα παντού και ποτέ δεν ήταν ευχαριστημένη μαζί της.Η καημένη η κοπέλα τα έκανε όλα αγγόγυστα πιστεύοντας ότι κάποια μέρα η πεθερά της θα την αγαπήσει.
Δεν έκανε ποτέ παράπονα ούτε αντιμιλούσε.
Η πεθερά της όμως σκεφτόταν πάντα τι να της ζητήσει για να κάνει.'Ετσι της ζήτησε να φτιάξει 18 ψωμιά.Η κοπέλα επιασε αμέσως δουλειά και το μεσημέρι ειχε ετοιμα τα 18 ψωμιά.Η πεθερά έσκασε απο το κακό της και σκεφτόταν τι να κάνει για να πικράνει την κοπέλα.

Όταν γύρισε ο γιος της απο τη δουλειά πηγε και τον έπιασε και κατηγόρησε τη νύφη της ότι ενώ είχε ψήσει 19 ψωμιά το ένα το έφαγε όλο μόνη της.Ο γιος δεν μίλησε αλλά η πεθερά διέδωσε παντού ότι η νύφη της ειχε ψησει 19 ψωμιά αλλά το ένα το έφαγε μόνη της.

Η κοπέλα δεν άντεξε τότε απο το ψέμα και αρχισε να γυρναει στις γειτονιές και να φωναζει συνεχεια 18,18 ψωμιά.
Από τη μεγάλη της πίκρα και στενοχώρια δεν άντεξε και τρελάθηκε με αυτή την αδικία.Ο Θεός όμως που είδε την αδικία και την κακία της πεθεράς έκανε την κοπέλα πουλί για να σωθεί.Αυτό το πουλί ειναι η δεκαοχτούρα που γυρναει ακόμα και σήμερα και φωνάζει 18 προσπαθώντας να βρει το δίκιο της!!
_______________________________



ΩΡΑ ΓΙΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ!!!!!!

happy snowman animatedchristmas basket with candy canes

Είναι δυο τύποι στο γραφείο και μια μέρα ο ένας βλέπει τον άλλο να φορά ενα σκουλαρίκι. Ξέροντας πως είναι γενικά συντηρητικός τύπος, παραξενεύεται, και τον ρωτάει:
- Καλά ρε συ, σκουλαρικάκι;
- ...Ναι, ναι.. απαντά ο άλλος, φανερά ενοχλημένος.
Του την έχει δώσει η περιέργεια του πρώτου, οπότε μετά απο ώρα:
- Καλά, απο πότε φοράς σκουλαρίκι; Δεν το φανταζόμουν ποτε!
Οπότε ο άλλος:
- Ούτε γω το φανταζόμουν, αλλά έλα που το βρήκε η γυναίκα μου στο αυτοκίνητο...
______________________________________
Είναι ο γέρος πατέρας στο νοσοκομείο σε ημιθανή κατάσταση και δίπλα του ο γιος του ο Χάρης.
Μπαίνει ο γιατρός και λέει στο γιο:
- Πρέπει να βγείτε έξω. Πρέπει να αφήσετε τον πατέρα σας να ξεκουραστεί...
Ο ετοιμοθάνατος πατέρας μένει μόνος και στο βάθος του δωματίου βλέπει μια σκιά:
- Ποιος είναι; Eσύ είσαι Χάρη;...
Και ακούγεται μια φωνή:
- Κοντά έπεσες...
______________________________________
Στο κατάστημα μικρών ζώων:
- Γεια σας. Θα ήθελα τρεις ντουζίνες κατσαρίδες, δυο ποντίκια και μερικές αράχνες.
- Κάνετε πειράματα; ρωτάει τον πελάτη απορημένος ο υπάλληλος.
- Όχι. Μετακομίζω και ο ιδιοκτήτης του μου είπε να το αφήσω όπως ακριβώς το βρήκα.
______________________________________
Ο Γιωρίκας και ο Κωστίκας έχουν πάει κάμπινγκ.
Βγαίνει το βράδυ ο Κωστίκας από την σκηνή για να κατουρήσει και τον κάνουν κόσκινο τα κουνούπια.
Μπαίνει στην σκηνή τρέχοντας, και λέει στον Κωστίκα:
- Αύριο, να πάμε να μείνουμε στην παραλία που δεν θα έχει τόσα κουνούπια.
Το άλλο βράδυ έχουν κατασκηνώσει στην παραλία.
Βγαίνει ο Κωστίκας για κατούρημα, βλέπει ένα σμήνος πυγολαμπίδες, και μπαίνει τρομαγμένος αμέσως πάλι μέσα!
- Γιωρίκα, Γιωρίκα, πάμε να φύγουμε γρήγορα. Ήρθανε τα κουνούπια με φαναράκια και μας ψάχνουν
______________________________________
Στην Σύμη, νησί των Δωδεκανήσων, κάποτε δεν υπήρχε ραδιόφωνο. Όταν ο Νικόλας ο ναυτικός πήγε ταξίδι, έφερε στον πατέρα του το Μιχαλιό ένα ραδιόφωνο. Ο Μιχαλιός απορούσε:
- Τι είναι εούτο το πράγμα;
- Ραδιόφωνο, του είπε ο γιος του ο ναυτικός.
- Και πως δουλεύκει;
- Πατάς αυτό το κουμπάκι και ακούς τους σταθμούς.
- Από που είναι εούτο;
- Από την Αγγλία, μπαμπά.
- Μωρέ!!! Εγγλέτζικο πράμα και ξεύρει Συμιακά!!!
happy snowman animated happy snowman animated